τόλμ'

τόλμ'
τόλμα , τόλμα
courage
fem nom/voc sg
τόλμαι , τόλμα
courage
fem nom/voc pl
τόλμᾱͅ , τόλμα
courage
fem dat sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • τοκήεσσα — ἡ, Α τοκάς (Ι)*. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού θηλ. ενός αμάρτυρου επιθ. *τοκήεις < τόκος + κατάλ. ήεις (βλ. λ. όεις), πρβλ. τολμ ήεσσα, θηλ. τού τολμ ήεις] …   Dictionary of Greek

  • οδμηρός — ὀδμηρός, ά, όν (Α) δύσοσμος, δυσώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀδμή, παλαιότ. επικ. τ. τής λ. ὀσμή + κατάλ. ηρός (πρβλ. δαπανηρός, τολμ ηρός)] …   Dictionary of Greek

  • οδυνηρός — ή, ό (ΑΜ ὀδυνηρός, ά, όν, Α δωρ. τ. ὀδυναρός, ά, όν) αυτός που προκαλεί ή που επιφέρει οδύνη, ο επώδυνος (α. «οδυνηρός χωρισμός» β. «περισσᾱς ἐνέπαξαν ἕλκος ὀδυναρον ἑᾷ πρόσθε καρδίᾳ», Πίνδ.) νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο οδυνηρός (εντομ.) γένος… …   Dictionary of Greek

  • οισυπηρός — οἰσυπηρός, ά, όν (Α) αυτός που είναι γεμάτος από οισύπη, λιπαρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἰσύπη «λιπώδης ουσία που εκκρίνεται από το έριο τών προβάτων» + κατάλ. ηρός (πρβλ. λυπ ηρός, τολμ ηρός] …   Dictionary of Greek

  • ομιχλήεις — ὀμιχλήεις και ὁμιχλήεις, εσσα, εν (Α) ομιχλώδης, γεμάτος ομίχλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀμίχλη + κατάλ. ήεις (πρβλ. μοχθ ήεις, τολμ ήεις)] …   Dictionary of Greek

  • ομπνηρός — ὀμπνηρός, ά, όν (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὀμπνηρὸν ὕδωρ τρόφιμον». [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄμπνη «δημητριακός καρπός για τροφή» + κατάλ. ηρός (πρβλ. λυπηρός, τολμ ηρός)] …   Dictionary of Greek

  • ομφήεις — ὀμφήεις, εσσα, εν (ΑΜ) αυτός που αφήνει φωνή η οποία προλέγει το μέλλον, μαντικός, προφητικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀμφή (Ι) «φωνή θεού» + κατάλ. ήεις (πρβλ. ομιχλ ήεις, τολμ ήεις)] …   Dictionary of Greek

  • οπήεις — ὀπήεις, εσσα, εν (Α) αυτός που έχει οπή, τρύπιος («δίφρος ὀπήεις», Ιπποκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀπή + κατάλ. ήεις (βλ. λ. όεις), πρβλ. τολμ ήεις] …   Dictionary of Greek

  • οπλήεις — ὁπλήεις, εσσα, εν (Α) οπλισμένος, αρματωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὅπλον + κατάλ. ήεις (βλ. λ. όεις), πρβλ. τολμ ήεις] …   Dictionary of Greek

  • οσμηρός — ή, ό (Α ὀσμηρός, ά, όν) αυτός που αναδίδει οσμή, οσμήρης νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο οσμηρός ζωολ. γένος σολομονοειδών ευρύαλων ιχθύων τής οικογένειας οσμηρίδες, συγγενικών τού σολομού και τής πέστροφας αρχ. το αρσ. ως ουσ. πιθ. το φυτό μηδική.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”